ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ

ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ

ΌροςΣημασία
ABS Ο Αμερικανικός Ναυτιλιακός Νηογνώμονας (American Bureau of Shipping).
Annual survey (Ετήσια επιθεώρηση) Η επιθεώρηση ενός πλοίου, που λαμβάνει χώρα κάθε χρόνο, σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις, από επιθεωρητή νηογνώμονα, εκ μέρους  του κράτους σημαίας του πλοίου.
Bareboat charter (Ναύλωση πλοίου κατά παραχώρηση)  Ένα ναυλοσύμφωνο σύμφωνα με το οποίο ο πελάτης (ναυλωτής) πληρώνει μια καθορισμένη ημερήσια χρέωση για μια καθορισμένη χρονική περίοδο για την πλήρη χρήση του πλοίου και καθίσταται υπεύθυνος για όλα: στελέχωση πληρωμάτων, διαχείριση και  πλοήγηση του σκάφους, καθώς  και τις σχετικές δαπάνες.
Brokerage commission (Προμήθεια ναυλομεσίτη)  Προμήθεια που καταβάλλεται από τον ιδιοκτήτη του πλοίου στο μεσίτη. Εκφράζεται ως ποσοστό του φορτίου ή της μίσθωσης και είναι μέρος του ναυλοσυμφώνου.
Βulker (Πλοίο μεταφοράς ξηρού φορτίου) Ένα  εμπορικό πλοίο, ειδικά σχεδιασμένο για τη μεταφορά ασυσκεύαστου χύδην ξηρού φορτίου, όπως: σιτηρά, κάρβουνο, μεταλλεύματα ή τσιμέντο στα αμπάρια του.
Βunkers (Ναυτιλιακά καύσιμα) Καύσιμα, όπως  μαζούτ (fuel oil) και ντίζελ (diesel), που καίγονται στις μηχανές του πλοίου.
Capesize Τα μεγαλύτερα σε μέγεθος πλοία μεταφοράς ξηρού φορτίου και δεξαμενόπλοια, για ταξίδια μεταξύ ωκεανών. Τα πλοία αυτά έπρεπε να περάσουν είτε από το Ακρωτήρι (Cape) της Καλής Ελπίδας (Cape of Good Hope) ή το Ακρωτήρι Χόρν (Cape Horn), καθώς δεν μπορούσαν να περάσουν μέσα από τα κανάλια του Σουέζ ή του Παναμά.
Charter (Ναύλωση)  Η μίσθωση ενός πλοίου ή η χρήση της μεταφορικής του ικανότητας για μια καθορισμένη χρονική περίοδο.
Charterer (Ναυλωτής) Ιδιώτης, επιχείρηση ή εταιρεία που μισθώνει ένα πλοίο για τη μεταφορά εμπορευμάτων ή άλλες χρήσεις.
 Charterhire (Ναύλος) Αντίτιμο Ναύλωσης: το ακαθάριστο εισόδημα που κερδίζει ένα πλοίο από τη ναύλωση κατά παραχώρηση (bareboat) ή με τη χρονοναύλωση (time-charter) ή με τη ναύλωση κατά ταξίδι (voyage charter).
Charterparty (Ναυλοσύμφωνο) Συμβόλαιο που καλύπτει τη θαλάσσια μεταφορά εμπορευμάτων και το οποίο περιλαμβάνει τους όρους της μεταφοράς, αποζημίωσης και άλλους όρους.
Classification society (Νηογνώμονας) Μία ανεξάρτητη αρχή που πιστοποιεί ότι ένα πλοίο έχει κατασκευαστεί και συντηρείται σύμφωνα με τους κανονισμούς της και υπακούει στους ισχύοντες κανόνες και κανονισμούς του κράτους της σημαίας του πλοίου και στις διεθνείς συμβάσεις των οποίων η χώρα είναι μέλος.
Container (Εμπορευματοκιβώτιο)  Ένα επαναχρησιμοποιούμενο ατσαλένιο ορθογώνιο κιβώτιο από χάλυβα που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά φορτίου.
Container vessel (Πλοίο μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων) Ένα φορτηγό πλοίο σχεδιασμένο να μεταφέρει φορτία μέσα σε εμπορευματοκιβώτια (containers).
Double-hull (Διπλό κύτος) Τεχνική κατασκευής κύτους σύμφωνα με την οποία ένα πλοίο έχει ένα εσωτερικό και ένα εξωτερικό κύτος, που χωρίζονται από κενό χώρο, συνήθως πλάτους αρκετών ποδών.
Drydocking (Δεξαμενισμός) Η απομάκρυνση ενός πλοίου από το νερό για επιθεώρηση, συντήρηση και / ή επισκευή των βυθισμένων μερών.
DNV GL Ένας διεθνής πιστοποιημένος νηογνώμονας, ο οποίος προήλθε από τη συγχώνευση, το 2013, του νορβηγικού (Det Norske Veritas) και γερμανικού (Germanischer Lloyd) νηογνώμονα.
Deadweight (DWT) (Νεκρό εκτόπισμα φορτίου) Ένα μέτρο χωρητικότητας πετρελαιοφόρων, συνήθως σε τόνους, με βάση το βάρος του φορτίου και άλλα στοιχεία απαραίτητα για να βυθιστεί το πλοίο στο μέγιστο επιτρεπόμενο απαιτούμενο βάθος.
Flag state (Σημαία Κράτους) Η χώρα στην οποία ένα πλοίο είναι νηολογημένο.
Hire rate (Ύψος εκμίσθωσης) Το συμφωνηθέν ποσό ή τέλος που πρέπει να καταβληθεί από τον ναυλωτή για τη χρήση του πλοίου.
Hull (κύτος) Εξωτερικό περίβλημα, κέλυφος ή σώμα ενός πλοίου.
H&M Ασφάλιση κύτους και μηχανολογικού εξοπλισμού του πλοίου (Hull & Μachinery insurance).
Ice Class 1A Ένα πλοίο που πληροί τις προϋποθέσεις για διέλευση μέσα από πάγο πάχους 0,8 μέτρων ή λιγότερο.
IMO Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός (International Maritime Organization). Μια υπηρεσία των Ηνωμένων Εθνών που εκδίδει διεθνείς εμπορικές προδιαγραφές για τη ναυτιλία.
Intermediate survey (Ενδιάμεση επιθεώρηση) Η επιθεώρηση ενός πλοίου από τον επιθεωρητή ενός νηογνώμονα που λαμβάνει χώρα κάθε δυόμιση χρόνια μετά την ειδική επιθεώρηση (special survey).
ISM Code Διεθνής Κώδικας Ασφαλούς Διαχείρισης (International Safety Management Code) για την ασφαλή λειτουργία των πλοίων και την πρόληψη της ρύπανσης, η οποία, μεταξύ άλλων, απαιτεί από τους πλοιοκτήτες να αποκτήσουν πιστοποιητικό ασφαλούς διαχείρισης  για κάθε πλοίο που διαχειρίζονται. 
LRS Lloyd's Register of Shipping, ο βρετανικός νηογνώμονας.
MARPOL The International Convention for the Prevention of Pollution from Ships. Η Διεθνής Σύμβαση για την Πρόληψη της Ρύπανσης από τα πλοία.
Medium-range (MR) Ένα μέσου βεληνεκούς δεξαμενόπλοιο με δυνατότητα μεταφοράς 30.000-55.000 τόνων φορτίου (dwt), το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως για τη μεταφορά μιας ευρείας ποικιλίας προϊόντων.
Newbuilding Ένα νεότευκτο πλοίο που βρίσκεται υπό κατασκευή ναυπήγηση, ή παραγγελία.
Off-hire (Εκτός ενοικίασης) Ο χρόνος κατά τον οποίο ένα πλοίο δεν είναι διαθέσιμο για ταξίδι προσφοράς υπηρεσιών.
Operating costs (Λειτουργικά έξοδα) Οι δαπάνες των πλοίων, συμπεριλαμβανομένων του κόστους στελέχωσης των πληρωμάτων, της ασφάλισης, των επισκευών και της συντήρησης, των αποθεμάτων, των ανταλλακτικών, των λιπαντικών και διάφορων άλλων εξόδων (εξαιρουμένων όμως των κεφαλαιακών εξόδων και των εξόδων ταξιδίου).
Operating days (πλεύσιμες ημέρες) Οι ημέρες κατά τις οποίες ένα πλοίο είναι in operation for a period, measured by subtracting idle days from available days. Λειτουργικές ημέρες: Οι ημέρες κατά τις οποίες ένα πλοίο είναι σε υπηρεσία για μια περίοδο και ταξιδεύει, υπολογίσιμες με αφαίρεση των ημερών που είναι εκτός υπηρεσίας μένοντας αχρησιμοποίητο από τις διαθέσιμες ημέρες, 
OPEX Operating expenses or operating costs.  Έξοδα λειτουργίας ή λειτουργικά έξοδα . Οι δαπάνες των πλοίων, συμπεριλαμβανομένων του κόστους στελέχωσης των πληρωμάτων, της ασφάλισης, των επισκευών και της συντήρησης, των αποθεμάτων, των ανταλλακτικών, των λιπαντικών και διάφορων άλλων εξόδων (εξαιρουμένων όμως των κεφαλαιακών εξόδων και των εξόδων ταξιδίου).
P&I (Προστασία και αποζημίωση) H ασφαλιστική κάλυψη που λαμβάνει ένας πλοιοκτήτης ή ναυλωτής έναντι υποχρεώσεων τρίτων, όπως η ρύπανση του πετρελαίου, ζημιά του φορτίου, τραυματισμός του πληρώματος ή απώλεια ζωής, κ.λπ.
P&I Association Μία αλληλασφαλιστική ένωση που παρέχει ασφαλιστική κάλυψη P&I, προστασίας και αποζημίωσης.
Post-Panamax Πλοία τα οποία δεν μπορούσαν να περάσουν από τα ενωμένα τμήματα της Διώρυγας του Παναμά πριν την ολοκλήρωση της διεύρυνσής της το 2016.
Product tanker (∆εξαµενόπλοιο µεταφοράς προϊόντων) Ένα Δεξαμενόπλοιο σχεδιασμένο να μεταφέρει μια ευρεία ποικιλία υγρών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των καθαρών προϊόντων (όπως είναι τα ραφιναρισμένα προϊόντα πετρελαίου και τα βρώσιμα έλαια) καθώς  και του αργού πετρελαίου. Τα ∆εξαµενόπλοια µεταφοράς προϊόντων / χηµικών προϊόντων ,μεταφέρουν οξέα και άλλες χημικές ουσίες επίσης. Οι διαχωρισμένες δεξαμενές φορτίων και στους δύο τύπους των δεξαμενόπλοιων διαθέτουν ειδική επίστρωση, προκειμένου να προληφθεί η μόλυνση του προϊόντος και η διάβρωση του κύτους.
Refined petroleum products (Προϊόντα διύλισης πετρελαίου) Το προκύπτον προϊόν που ανακτάται σε διυλιστήριο πετρελαίου στα διάφορα στάδια της επεξεργασίας αργού πετρελαίου, όπως μαζούτ, ντίζελ και πετρέλαιο εσωτερικής καύσης, κηροζίνη και βενζίνη.
Sister ships (αδελφά πλοία) Ένα ή περισσότερα ιδίου τύπου πλοία με τις ίδιες προδιαγραφές, συνήθως κατασκευασμένα στο ίδιο ναυπηγείο.
SOLAS (International Convention for Safety of Life at Sea) Διεθνής σύμβαση για την ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα, που προβλέπει, μεταξύ άλλων θεμάτων, κανόνες για την κατασκευή και τον εξοπλισμό των εμπορικών πλοίων.
Special survey (S/S) (Ειδική επιθεώρηση) Η εκτεταμένη επιθεώρηση ενός πλοίου από επιθεωρητή νηογνώμονα, που λαμβάνει χώρα κάθε πέντε χρόνια.
Spot market (Αγορά κατά περίπτωση) Η αγορά για την ναύλωση ενός πλοίου για μεμονωμένα ταξίδια κατά περίπτωση.
Tanker (Δεξαμενόπλοιο) Ένα πλοίο που μεταφέρει (υγρά) φορτία, όπως είναι τα ραφιναρισμένα προϊόντα πετρελαίου, αργού πετρελαίου, βρώσιμα έλαια και χημικά.
TCE (Time Charter Equivalent) (Ισοδύναμο Χρονοναύλωσης): Ένα μέτρο απόδοσης στο ναυτιλιακό κλάδο που χρησιμοποιείται κυρίως, για να συγκρίνονται τα ημερήσια κέρδη, που προκύπτουν από τις χρονοναυλώσεις (time charters) των πλοίων, με τα ημερήσια κέρδη που παράγονται από τις ναυλώσεις κατά ταξίδι (voyage charters), επειδή, σε γενικές γραμμές, τα ναύλα για  ναυλώσεις κατά ταξίδι, δεν εκφράζονται σε ποσά ανά ημέρα, ενώ τα ναύλα για χρονοναυλώσεις εκφράζονται σ’αυτή την ημερήσια βάση. Το Ισοδύναμο Χρονοναύλωσης εκφράζεται ως το ναύλο ανά πλοίο ανά ημέρα και υπολογίζεται ως τα έσοδα από το ταξίδι και τη χρονοναύλωση, μείον τα έξοδα του ταξιδιού, κατά τη διάρκεια μιας χρονικής περιόδου που διαιρείται με τον αριθμό των ημερών του ταξιδιού σ’αυτό το διάστημα. 
TEU Ισοδύναμες Μονάδες είκοσι ποδιών (Twenty foot Equivalent Units). Η μονάδα μέτρησης ενός τυπικού εμπορευματοκιβωτίου μήκους 20 ποδών.
Timecharter (Χρονοναύλωση)  Μια ναύλωση κατά τη διάρκεια της οποίας ο ναυλωτής πληρώνει για την χρήση της χωρητικότητας φορτίου ενός πλοίου, για μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Ο ιδιοκτήτης παρέχει το πλοίο με το πλήρωμα ,τα αποθέματα και τις προμήθειές του, έτοιμο από όλες τις απόψεις να φορτώσει το φορτίο και να προχωρήσει σε ένα ταξίδι ,σύμφωνα με τις εντολές του ναυλωτή. Ο ναυλωτής συνήθως πληρώνει για τον ανεφοδιασμό των καυσίμων και όλα τα σχετικά έξοδα του ταξιδιού, συμπεριλαμβανομένων των διοδίων σε κανάλια, διώρυγες, καθώς και των λιμενικών τελών.

  • ISO9001 - ISO14001 - IHSAS 18001
  • ISO 50001
  • Intertanko
  • Rina
  • Helmepa
  • Tanker Company of the Year
  • Amver
  • Green Flag 2015
  • Excellence Award - GREEN4SEA
  • Sea Transport Awards 2015 - Best Vessel Operator Europe